Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Παραμύθι δίχως τέλος...


Ήταν ένα από εκείνα τα ζεστά βράδυα του καλοκαιριού που εάν βρίσκεσαι στην πόλη νιώθεις τον αέρα να σε πνίγει. Η ατμόσφαιρα καίει και προσπαθείς να κρυφτείς στην σκιά των ολιγοστών δέντρων ή στην δροσιά ενός κλιματιζόμενου δωματίου.

Άν όμως βρίσκεσαι δίπλα στην θάλασσα αισθάνεσαι το δροσερό αεράκι να σε χτυπάει στο πρόσωπο, αφήνοντας αλμυρή γέυση στα χείλη. Και όταν έρχεται η νύχτα τα αστέρια λάμπουν σαν εκκατομύρια πυγολαμπίδες. Αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις και κανένα να πέφτει και για χιλιοστή φορά θα στεναχορεθείς που δεν πρόλαβες να κάνεις την ευχή σου.

Εκείνος κοιτούσε έξω από το παράθυρό του την θάλασσα. Πόσο απέραντη και γαλήνια ήταν πάντα. Κοιτούσε τον ήλιο να πέφτει, έτσι κόκκινος που ήταν. Γιατί να πρέπει να πέφτει αναρωτιόταν πάντα... Ο παππούς του έλεγε κάποτε ότι αυτό γινόταν για να μπορούν και οι άνθρωποι στην άλλη άκρη της γης να τον χαίρονται. Έτσι απλώς λιαζόταν απολαμβάνοντας τα τελευταία λεπτά της ημέρας πριν η νύχτα κυριαρχίσει και τα πάντα βυθιστούν στο σκοτάδι. Σύντομα οι διακοπές θα τελείωναν και θα γυρνούσε πίσω στην πόλη, όπου τον περίμενε η ανιαρή καθημερινότητα. Προς το παρόν χαιρόταν που δεν είχε τίποτα να κάνει και μπορούσε απλώς να κάθεται εκεί και να χαζεύει τον ήλιο.

Ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα υπόλοιπα. Ατένιζε τον ορίζοντα απολαμβάνοντας την ήσυχη ατμόσφαιρα του δειλινού. Τίποτα δεν φαινόταν να ταράζει αυτή την ηρεμία. Μονάχα μερικοί λευκοί γλάροι και κάνα δυο περαστικοί. Ο ήλιος ακόμα καθρεφτιζόταν στην θάλασσα, σε λίγο όμως θα άγγιζε την επιφάνειά της, θα αγκαλιάζονταν και θα χανόταν.

Ξαφνικά άκουσε βήματα. Ή μάλλον τα διαισθάνθηκε, τόσο ανάλαφρα ήταν. Σε λίγη ώρα είδε μια κοπέλα. Δεν μπορούσε να πει πως ήταν όμορφη, όμως είχε φανταστικά κόκκινα μαλλιά πιασμένα με μια πολύχρωμη κορδέλα. Υπήρχε ένα φως γύρω της, κάτι που τραβούσε το βλέμμα του σαν μαγνήτης. Η κοπέλα πλησίασε τη θάλασσα και έβρεξε τα πόδια της. Ο ήλιος έπαιζε στα μαλλιά της και το φως γύρω της την έκανε να μοιάζει με νεράιδα.

Στα μάτια του νεαρού φάνταζε σαν πλάσμα μαγικό, τόσο διαφορετικό από όλα τα κορίτσια που είχε γνωρίσει. Ήθελε να πάει κοντά της και να της μιλήσει όμως δεν τολμούσε, δίσταζε, σκεφτόταν τη θα της έλεγε, 'επρεπε να πει κάτι έξυπνο, ίσως κάτι για τα μαλλιά της. Εκείνη θα του χάριζε ένα φευγαλέο χαμόγελο και θα έστρεφε το βλέμμα της στον ορίζοντα. Θα κάθονταν στα βράχια δίπλα-δίπλα, βουτώντας τα πόδια τους στο δροσερό νερό και θα μιλούσαν για βελούδινες καλοκαιρινές νύχτες, όταν το σκοτάδι σε τυλίγει και τα αστέρια είναι τόσο λαμπερά, όπως είναι μόνο δίπλα στη θάλασσα. Εκείνη θα ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του και θα άφηνε τον ήλιο να χαϊδεύει το πρόσωπό της. Τον ήλιο που μέχρι τότε τον απολάμβανε μόνος του αυτά τα τελευταία καλοκαιρινά βράδια, υα τον μοιράζονταν. Είναι ωραίο να μοιράζεσαι...Ένιωσε μια γλυκιά ζάλη, σαν από κρασί...

Ο ήχος του κύματος τον έκανε να συνέλθει από το όνειρο. Ο ήλιος σχεδόν είχε πέσει στην θάλασσα. Έψαξε με τα μάτια του να την βρει όμως είχε χαθεί... Σαν οπτασία... Ήρθε και έφυγε... Οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου είχαν κιόλας χαθεί. Σιγά σιγά όλα βυθίζονταν στο σκοτάδι...

2 σχόλια:

pandora είπε...

Ηλιος και κυματα....

;)

φιλάκια καλό μου ....

Sunshine είπε...

Pos kai pos perimeno! to ksereis! :P