Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009


'Ολη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
'Ησουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

'Ισως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

'Ισως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

Pablo Neruda

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Παραμύθι δίχως τέλος...


Ήταν ένα από εκείνα τα ζεστά βράδυα του καλοκαιριού που εάν βρίσκεσαι στην πόλη νιώθεις τον αέρα να σε πνίγει. Η ατμόσφαιρα καίει και προσπαθείς να κρυφτείς στην σκιά των ολιγοστών δέντρων ή στην δροσιά ενός κλιματιζόμενου δωματίου.

Άν όμως βρίσκεσαι δίπλα στην θάλασσα αισθάνεσαι το δροσερό αεράκι να σε χτυπάει στο πρόσωπο, αφήνοντας αλμυρή γέυση στα χείλη. Και όταν έρχεται η νύχτα τα αστέρια λάμπουν σαν εκκατομύρια πυγολαμπίδες. Αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις και κανένα να πέφτει και για χιλιοστή φορά θα στεναχορεθείς που δεν πρόλαβες να κάνεις την ευχή σου.

Εκείνος κοιτούσε έξω από το παράθυρό του την θάλασσα. Πόσο απέραντη και γαλήνια ήταν πάντα. Κοιτούσε τον ήλιο να πέφτει, έτσι κόκκινος που ήταν. Γιατί να πρέπει να πέφτει αναρωτιόταν πάντα... Ο παππούς του έλεγε κάποτε ότι αυτό γινόταν για να μπορούν και οι άνθρωποι στην άλλη άκρη της γης να τον χαίρονται. Έτσι απλώς λιαζόταν απολαμβάνοντας τα τελευταία λεπτά της ημέρας πριν η νύχτα κυριαρχίσει και τα πάντα βυθιστούν στο σκοτάδι. Σύντομα οι διακοπές θα τελείωναν και θα γυρνούσε πίσω στην πόλη, όπου τον περίμενε η ανιαρή καθημερινότητα. Προς το παρόν χαιρόταν που δεν είχε τίποτα να κάνει και μπορούσε απλώς να κάθεται εκεί και να χαζεύει τον ήλιο.

Ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα υπόλοιπα. Ατένιζε τον ορίζοντα απολαμβάνοντας την ήσυχη ατμόσφαιρα του δειλινού. Τίποτα δεν φαινόταν να ταράζει αυτή την ηρεμία. Μονάχα μερικοί λευκοί γλάροι και κάνα δυο περαστικοί. Ο ήλιος ακόμα καθρεφτιζόταν στην θάλασσα, σε λίγο όμως θα άγγιζε την επιφάνειά της, θα αγκαλιάζονταν και θα χανόταν.

Ξαφνικά άκουσε βήματα. Ή μάλλον τα διαισθάνθηκε, τόσο ανάλαφρα ήταν. Σε λίγη ώρα είδε μια κοπέλα. Δεν μπορούσε να πει πως ήταν όμορφη, όμως είχε φανταστικά κόκκινα μαλλιά πιασμένα με μια πολύχρωμη κορδέλα. Υπήρχε ένα φως γύρω της, κάτι που τραβούσε το βλέμμα του σαν μαγνήτης. Η κοπέλα πλησίασε τη θάλασσα και έβρεξε τα πόδια της. Ο ήλιος έπαιζε στα μαλλιά της και το φως γύρω της την έκανε να μοιάζει με νεράιδα.

Στα μάτια του νεαρού φάνταζε σαν πλάσμα μαγικό, τόσο διαφορετικό από όλα τα κορίτσια που είχε γνωρίσει. Ήθελε να πάει κοντά της και να της μιλήσει όμως δεν τολμούσε, δίσταζε, σκεφτόταν τη θα της έλεγε, 'επρεπε να πει κάτι έξυπνο, ίσως κάτι για τα μαλλιά της. Εκείνη θα του χάριζε ένα φευγαλέο χαμόγελο και θα έστρεφε το βλέμμα της στον ορίζοντα. Θα κάθονταν στα βράχια δίπλα-δίπλα, βουτώντας τα πόδια τους στο δροσερό νερό και θα μιλούσαν για βελούδινες καλοκαιρινές νύχτες, όταν το σκοτάδι σε τυλίγει και τα αστέρια είναι τόσο λαμπερά, όπως είναι μόνο δίπλα στη θάλασσα. Εκείνη θα ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του και θα άφηνε τον ήλιο να χαϊδεύει το πρόσωπό της. Τον ήλιο που μέχρι τότε τον απολάμβανε μόνος του αυτά τα τελευταία καλοκαιρινά βράδια, υα τον μοιράζονταν. Είναι ωραίο να μοιράζεσαι...Ένιωσε μια γλυκιά ζάλη, σαν από κρασί...

Ο ήχος του κύματος τον έκανε να συνέλθει από το όνειρο. Ο ήλιος σχεδόν είχε πέσει στην θάλασσα. Έψαξε με τα μάτια του να την βρει όμως είχε χαθεί... Σαν οπτασία... Ήρθε και έφυγε... Οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου είχαν κιόλας χαθεί. Σιγά σιγά όλα βυθίζονταν στο σκοτάδι...

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

La soledad


video

Just close your eyes and follow the music...