Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Chuva...


Ένα βαρετό απόγευμα. Ζέστη αποπνικτική. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο διάβασμα αλλά τελικά το παρατάω. Παίρνω τηλέφωνα φίλους, μπας και κανονίσουμε κανένα καφεδάκι στα γρήγορα αλλά όλοι διαβάζουν για την εξεταστική που πλησιάζει.

Και μιας και δεν βρήκα παρέα αποφάσισα να πάω για πρώτη φορά στη ζωή μου σινεμά μόνη μου. Ομολογώ πως πάντα το θεωρούσα πολύ θλιβερό. Αρκετές φορές έχει τύχει να σηκώνομαι στο τέλος της ταινίας, να κατευθύνομαι προς την έξοδο συζητώντας παράλληλα με κάποια φίλη και να βλέπω την ίδια στιγμή να βγαίνει από την αίθουσα μια κοπέλα εντελώς μόνη. Για κάποιον παράξενο λόγο πάντα τα λυπόμουν αυτά τα άτομα. Ίσως γιατί εγώ η ίδια φοβάμαι τη μοναξιά...Πολύ...

Τελικά η βραδιά αποδείχτηκε εντελώς αντίθετο από ότι την περίμενα. Και η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό για να την χαρακτηρίσω είναι σουρεάλ. Έφτασα στην Muntplein, κλείδωσα το ποδήλατό μου πάνω σε μια γέφυρα, προσέχοντας όπως πάντα να μη πέσουν τα κλειδιά μέσα στο κανάλι και κατευθύνθηκα να βρω τον κινηματογράφο, μιας και δεν είχα ξαναπάει στο συγκεκριμένο.

Μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να το βρω, όχι όμως επειδή βρισκόταν σε κάποιο άγνωστο δρόμο, κάθε άλλο. Όμως πέρασα τρεις φορές απ' έξω, χωρίς να καταλάβω ότι ήταν αυτό. Στην πραγματικότητα δεν ήταν απλώς ένα σινεμαδάκι σαν τα άλλα. Βρέθηκα να ανεβαίνω τα σκαλιά ενός κινηματοθεάτρου. Το κτήριο ήταν πολύ παλιό, αλλά όπως με κανένα κτήριο στο Άμστερνταμ έτσι και με αυτό δεν μπορώ να προσδιορίσω ούτε προσεγγιστικά την ηλικία του. Και αυτό γιατί δίπλα δίπλα μπορεί να στέκονται δυο κτήρια ολόιδιας αρχιτεκτονικής με διαφορά ηλικίας διακοσίων χρονών! Μπήκα λοιπόν μέσα και αναζήτησα το μηχάνημα πώλησης εισιτηρίων. Μάταια όμως, δεν υπήρχε! Αντί αυτού υπήρχε το κλασικό ταμείο με τζαμάκι, σαν αυτά που βλέπεις στο σινεμά σε κάποια παλιά γαλλική ταινία. Όμως ήταν κλειστό. Προχώρησα εσωτερικό, σε ένα μεγάλο χολ. Ήταν σαν να μεταφέρθηκα σε θέατρο του 18ου αιώνα. Χαμηλά φώτα, τείχη με επένδυση από σκούρο ξύλο, στη μέση μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα και παντού κόκκινο χαλί, αλλά όχι αυτό το ψεύτικο που έχει στο Village. Αυτό εδώ ήταν πιο πολύ σαν αντίκα. Σχεδόν μπορούσες να δεις να περπατάνε πάνω του κυρίες της υψηλής κοινωνίας με τα μακριά φορέματα συνοδευόμενες από τους κυρίους με μαύρα φράκα. Ρώτησα έναν κύριο που φορούσε μια παλιά στολή λες και βγήκε από παλιά ταινία και αυτός γιατί ήταν κλειστό ταμείο και που μπορούσα να βγάλω εισιτήριο. Μου είπε ότι διοργανώνονταν ένας γάμος στην μεγάλη αίθουσα με το κόκκινο χαλί(!) και για αυτό κλείσανε το ταμείο. Για να βγάλω εισιτήριο έπρεπε να βγω από την κεντρική είσοδο και να περπατήσω γύρω στα πενήντα μέτρα μέχρι την πίσω είσοδο του κτηρίου. Ακολούθησα τις οδηγίες και βρέθηκα σε ένα χολ αρκετά μικρότερο από το προηγούμενο μπροστά σε ένα ολόιδιο ταμείο. Το fancy πολύχρωμο χαρτάκι του εισιτηρίου δεν ταίριαζε καθόλου στο τριμμένο γκρι μάρμαρο όπου το ακούμπησε η κοπέλα με την παλιά στολή. "Zaal 3" έγραφε πάνω. Περίεργο. Δεν είδα πουθενά να λέει αριθμό αίθουσας. Η κοπέλα μάλλον αντιλήφθηκε την απορία μου και άρχισε να μου εξηγεί πως θα βρω την αίθουσα. Χρειάστηκε να περάσω από αμέτρητους διαδρόμους, να ανέβω και να κατέβω σκάλες και να περάσω από το μεγάλο χολ με τους ξύλινους τοίχους. Περίεργη διαδρομή, μπερδεμένη. Τελικά βρέθηκα στην σκοτεινή αίθουσα και βούλιαξα στην τεράστια πολυθρόνα. Η ταινία ήταν ασπρόμαυρη, σαν παλιά. Η αίθουσα μισογεμάτη. Στο τέλος έμεινα λίγη ώρα, μέχρι να αδειάσει, έπαιζε και ωραία μουσική και ήθελα να την ακούσω μέχρι το τέλος. Βγαίνοντας είπα να κόψω δρόμο και να περάσω από την αίθουσα με το κόκκινο χαλί. Ήταν γεμάτη καλοντυμένο κόσμο, το τζιν μου ήταν ιδιαίτερα αταίριαστο. Στην γωνία μια μπάντα έπαιζε ένα μελωδικό κομμάτι και στο κέντρο η νύφη και ο γαμπρός χορεύανε. Σκέφτηκα πόσο ασυνήθιστο είναι να παντρεύεται κανείς σε ένα κινηματοθέατρο.

Βγήκα έξω και με έκπληξη είδα ότι έβρεχε καταρρακτωδώς! Αυτό δεν το είχα υπολογίσει! Όταν έφευγα ούτε που σκέφτηκα να πάρω αδιάβροχο, αφού ο καιρός ήταν απλά τέλειος. Αρχικά είπα να περιμένω λίγο μπας και σταματούσε. Όμως αυτή την εποχή βρέχει σπάνια και για αρκετή ώρα, έτσι προτίμησα να γυρίσω σπίτι. Ξεκίνησα λοιπόν να τρέχω προς το ποδήλατό μου. Άκουσα δυο τύπους που στέκονταν κάτω από ένα υπόστεγο να χαζογελάνε πίσω από την πλάτη μου και τους αγνόησα. Μέχρι να φτάσω στο ποδήλατο τα πόδια μου είχαν ήδη βραχεί. Άναψα τα φωτάκια και ξεκίνησα να φύγω άρων άρων. Η καταιγίδα φαινόταν να χειροτερεύει. Αστραπές και βροντές από παντού και εγώ είχα μισή ώρα δρόμο μπροστά.


Εκείνη τι στιγμή σαν να άλλαξε ξαφνικά κάτι για μένα. Δεν είχε νόημα να προσπαθώ να αποφύγω την βροχή, αφού έτσι και αλλιώς θα γινόμουν μούσκεμα. Έκοψα απότομα ταχύτητα και σήκωσα το πρόσωπό μου προς τον ουρανό να υποδεχτώ την βροχή. Άφησα τις σταγόνες να κυλήσουν στα μάγουλα και το λαιμό μου. Ένιωθα το νερό να στάζει από τις βλεφαρίδες και τα μαλλιά μου και μια περίεργη γεύση από βροχή και χώμα στο στόμα μου. Χαμογέλασα. Αισθάνθηκα μια απέραντη ελευθερία, σαν να ήμουν πάλι μικρό κοριτσάκι που διασκέδαζε με τις μικρές σκανδαλιές του. Η βροχή ξέπλενε την κούραση και το άγχος τον τελευταίων ημερών. Ξεγύμνωνε την ψυχή μου ολόκληρη αφήνοντάς την ακάλυπτη, απροστάτευτη. Επέλεξα πιο μακρινή αλλά απείρως ομορφότερη διαδρομή μέσα από τα κανάλια. Δεν βιαζόμουν πλέον. Είχα όλο το χρόνο του κόσμου δικό μου.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Diamonds and Rust



Πως τα φέρνει η ζωή και ξαφνικά μαθαίνεις για πρόσωπα του παρελθόντος που νόμιζες πως δεν θα ξανάκουγες ποτέ ξανά για αυτά... Αναμνήσεις...Νοσταλγείς τις ανέμελες μέρες όταν εκείνα που σου φαίνονταν βουνό εύχεσαι τώρα να ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά σου. Όταν ερχόσουν Παρασκευή μεσημέρι από το σχολείο, πετούσες στη γωνία την σχολική σου τσάντα και φορώντας σταράκια με κόκκινα κορδόνια και τζιν σκισμένο στα γόνατα έφευγες για το άπειρο ακούγοντας τη μάνα σου να φωνάζει από πίσω "Πάλι δεν έφαγες μεσημεριανό?!". Τριγυρνούσες στα στενάκια της γειτονιάς, ροκ μπαλάντες στο walkman, χαμένη στις σκέψεις. Ανυπομονούσες για την πενθήμερη που θα πήγαινες με τα υπόλοιπα φιλαράκια στην Γ' λυκείου. Σχεδίαζες πως θα κατακτούσες εκείνο το ωραίο αγόρι που σου άρεζε από καιρό. Και το βράδυ που γυρνούσες κλειδωνόσουν στο δωμάτιό σου και έγραφες στο ημερολόγιο μέχρι να σε πάρει ο ύπνος... Πόσο αργά κυλούσε ο χρόνος...

Και να σου που πέρασε και η εκδρομή και οι πανελλήνιες και πλέον στέκεσαι μπροστά στην είσοδο του πανεπιστημίου με έναν τεράστιο κόκκινο φάκελο με την πολύτιμη βεβαίωση πρόσβασης μέσα. Αυτό το μαγικό χαρτάκι που ήταν το κλειδί σου για τον ολόκληρο φανταστικό κόσμο που λέγεται φοιτητική ζωή. Στέκεσαι λίγο χαμένη, με έναν κόμπο στο λαιμό, διστάζεις αλλά τελικά αποφασίζεις να χτυπήσεις την πόρτα του. Σφίγγεις τη γροθιά μέσα στην τσέπη σου, μπαίνεις δειλά-δειλά και σύντομα συνειδητοποιείς πως όλα είναι στο χέρι σου και πως τα κατάφερες περίφημα... Και εκεί αρχίζει... Καινούριος κόσμος, καινούριες παρέες, καινούρια ζωή. Ξενύχτια, κραιπάλες, εκδρομές, ταβερνάκια, μπαράκια, βόλτες ατέλειωτες στην παραλία, νύχτες με κιθάρες στα κάστρα, όλα γυρίζουν μπροστά στα μάτια σου χωρίς να καταλαβαίνεις πόσο γρήγορα περνάνε. You are a dancin' queen! Πλέον, ούτε που θυμάσαι το αγόρι εκείνο που σου άρεζε κάποτε. Καινούριοι έρωτες, καινούρια φιλιά, χαμόγελα, χωρισμοί και δάκρυα. Τέσσερα χρόνια γεμάτα συγκινήσεις... Μόνο τα σταράκια σου και οι ροκ μπαλάντες (πλέον σε MP3) παραμένουν αναλλοίωτα.

Δεν έχεις προλάβει να καταλάβεις για πότε φόρεσες το καλό σου φορεματάκι και ανέβηκες στη σκηνή του αμφιθεάτρου τελετών να παραλάβεις το πτυχίο σου από τα χέρια του πρύτανη. Από κάτω οι δικοί σου σε καμαρώνουν και ψιθυρίζουν "Μπράβο το κορίτσι μας!" Και εσύ στέκεσαι εκεί και πάλι χαμένη με έναν κόμπο στο λαιμό όχι και τόσο σίγουρη πια για το τι κατάφερες τελικά...

Πιάνεις δουλειά σε μια μικρή εταιρία, εννοείται πως δουλεύεις υπερωρίες αλλά και άλλοι το ίδιο δεν κάνουν; Δεν είναι αυτό που είχες ονειρευτεί για τον εαυτό σου εκείνη τη πρώτη μέρα, μπροστά στην πόρτα της γραμματείας. Όλα γίνονται μια ρουτίνα, μια γκρίζα καθημερινότητα. Από' δω και πέρα κάπως έτσι θα είναι τα πράγματα. Θα σηκώνεσαι κάθε πρωί να πας στο γραφείο, θα κουράζεσαι και στο τέλος του μήνα (ΑΝ είσαι τυχερή!) θα παίρνεις το μισθό σου ο οποίος θα εξαφανίζεται πριν πάρεις τον επόμενο. Θα πηγαίνεις και διακοπές στην Χαλκιδική μια βδομάδα κάθε Αύγουστο και μετά ξανά τα κεφάλια μέσα για έναν χρόνο. Θα νευριάζεις με την κίνηση στους δρόμους και την ουρά στην τράπεζα...

Μια μέρα γνωρίζεις έναν άντρα. Εκείνος, όχι ιδιαίτερα ωραίος με την κλασική κοιλίτσα του Έλληνα που έχει περάσει τα τριανταπέντε, αλλά τουλάχιστον σε κάνει να χαμογελάς λίγο περισσότερο. Μπορεί και να σ'αγαπάει με τον τρόπο του. Δουλεύει σε κάποια δημόσια υπηρεσία, σίγουρος μισθός δηλαδή. Όταν μετά από κάνα δυο χρόνια σου προτείνει να μείνετε μαζί δεν το σκέφτεσαι και πολύ, αφού δεν τον βρήκες τον πρίγκηπα τόσα χρόνια μάλλον θα συμβιβαστείς. Ούτως ή άλλως έχουν περάσει τα χρόνια... Δεν είσαι πια για μεγάλους έρωτες. Παίρνετε ένα στεγαστικό και αγοράζετε μικρό διαμερισματάκι κοντά στη δουλεία του. Τα βράδυα βλέπετε τηλεόραση. Από το παράθυρο της κουζίνας το μόνο που μπορείς να δεις είναι η απέναντι πολυκατοικία ενώ εκείνο του σαλονιού βγαίνει σε κεντρικό δρόμο με πολύ καυσαέριο και θόρυβο. Συνεχίζεις να δουλεύεις σε εκείνη την εταιρία, αλλά τώρα έχεις και έναν άντρα να φροντίσεις. Βλέπεις τις λίγες φίλες σου πιο σπάνια πλέον, έχεις παρατήσει και εκείνο το γυμναστήριο που πήγαινες κάποτε. Κάποια στιγμή ανακοινώνεις στους δικούς σου ότι παντρεύεσαι. Όλοι ξεφυσάνε με ανακούφιση. Καλείς όλες τις φίλες και τους συγγενείς σου και παριστάνεις πως είσαι ευτυχισμένη. Κάποιοι σε πιστεύουν...

Τα χρόνια περνάνε ακόμα πιο γρήγορα πλέον. Εκείνη η λευκή τούφα στα μαλλιά σου που κάποτε την θεωρούσες γοητευτική έχει επεκταθεί. Βάφεις τα μαλλιά σου κόκκινα, σαν να δίνεις χρώμα στην μουντή καθημερινότητα.

Ένα απόγευμα πετυχαίνεις στο ταμείο του σούπερ μάρκετ μια συμμαθήτριά σου. Βγαίνετε για καφέ, θυμάστε τα παλιά. Γυρνάς σπίτι θλιμμένη. Ψάχνεις σε κάτι μουχλιασμένες κούτες στο πατάρι, βρίσκεις του κουτί με τα λίγα πράγματα που έχεις κρατήσει από το σχολείο. Όλα είναι εκεί. Βάζεις την κασέτα με τις ροκ μπαλάντες να παίζει, διαβάζεις το παλιό σου ημερολόγιο. Σαν να μπήκες σε μηχανή του χρόνου και μεταφέρθηκες σε εκείνες τις ανέμελες μέρες όταν εκείνα που σου φαίνονταν βουνό εύχεσαι τώρα να ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματά σου. Θυμάσαι και το αγόρι το ωραίο που σου άρεζε κάποτε. Τι να κάνει άραγε; Ο άντρας σου γυρνώντας το βράδυ σε βρίσκει να κοιμάσαι στον καναπέ αγκαλιά με τα σταράκια σου...

We both know what memories can bring
They bring diamonds and rust...


Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009


Δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο πολύ με πληγώνεις… Δε ξέρω στ’αλήθεια τι με πληγώνει περισσότερο, η κουβέντα σου ή η σιωπή σου… Εκείνο το βλέμμα σου, το γεμάτο θυμό και περιφρόνηση… Και εγώ προσπαθώ και παλεύω με τα άγρια κύματα της διάθεσής σου… Και κάθε φορά που υψώνω τα μάτια μου για να σε αντικρίσω, βλέπω το βλέμμα σου σαν να συναντώ ένα τοίχος μπροστά μου και μάταια χτυπιέμαι πάνω του. Νιώθω τον πανικό να με καταβάλλει και να πνίγομαι… Αισθάνομαι τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Και το μόνο που με σπρώχνει μπροστά σε αυτόν τον αγώνα είναι η ελπίδα πως κάποια μέρα θα αντικρίσω ένα χαμόγελο αποδοκιμαστικό… Θέλω τόσο να σου αποδείξω πως μπορώ να τα καταφέρω, όμως μάταια. Έχουν ματώσει τα δάχτυλά μου, πιάνομαι από όπου μπορώ για να μη πέσω. Σύντομες κουβέντες, σχεδόν ανύπαρκτα χαμόγελα, σπάνια αγγίγματα...


Δεν θα δεις ποτέ πως η στάση σου με έχει κάνει όλα αυτά που πάντα φοβόμουν πως θα γίνω… Και αυτό είναι και το πιο λυπηρό από όλα, ότι τελικά άθελά μου και ίσως χωρίς να το θέλεις ούτε και εσύ κατάφερες να με κάνεις να σου μοιάσω. Χωρίς να το καταλάβω έφτασα στην κορυφή του τοίχου. Και τώρα; Παίρνω βαθιά ανάσα κλείνω τα μάτια και πέφτω στο κενό. Και όσο πέφτω σκέφτομαι πως για άλλη μια φορά σου αποδεικνύω πως μπορώ...