Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Καλοκαίρι... Εποχή χαράς και ξεγνοιασιάς. Υποτίθεται... Από παιδί ήταν η αγαπημένη μου εποχή. Τέλειωναν τα μαθήματα και πηγαίναμε με την μικρή μου στην γιαγιά μας μέχρι να ανοίξουν και πάλι τα σχολεία. Σαν απελευθέρωση από τα "μη" και τα "όχι" της ζωής στην πόλη. Το σπίτι ήταν τεράστιο (έτσι μου φαινόταν τουλάχιστον), με πολλά δωμάτια, μικρά και μεγάλα. Γύρω υπήρχε ένας ξύλινος, πράσινος φράχτης με μια μικρή πόρτα που πάντα έτριζε. Θυμάμαι και τον ήχο που έκανε το χερούλι όταν το άνοιγε κάποιος απ'εξω και τα σκυλιά άρχιζαν να γαβγίζουν. Από εκεί ξεκινούσε ένα στενό δρομάκι πλαισιωμένο με τριαντάφυλλα που είχε φυτέψει η θεία μου όταν ήταν στην εφηβεία. Οδηγούσε στην αυλή. Και η αυλή - απέραντη! Με εκείνη την καρυδιά στη μέση να απλώνει τα κλαδιά της προσφέροντας δροσιά τα ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα. Και τα καρύδια που μας άρεσε να τα σπάμε όσο ήταν ακόμα πράσινα και βάφανε τα χέρια σε καφε-κίτρινο χρώμα που δεν έβγαινε για μέρες. Και το κιόσκι λίγο παραπέρα, στεφανωμένο με σταφύλια που ποτέ δεν είδα να ωριμάζουν. Είχα πέσει από τα κάγκελα και άνοιξα το κεφάλι μου σε μια πέτρα. Από τότε μάλλον με δέρνει η τρέλα. Πίσω από το κιόσκι ξεκινούσε το βασίλειο της γιαγιάς. Ένας λαχανόκηπος που έχεις την αίσθηση πως δεν έχει τέλος. Όλα περιποιημένα, ξεχορταριασμένα και ποτισμένα. Το καλύτερό μου ήταν να σκαρφαλώνω στα κλαδιά της λευκής κερασιάς και να τρώω με το κιλό τους καρπούς. Ο κήπος κατέβαινε σε ένα μικρό ριάκι όπου ψαρεύαμε για βατράχια και κάτι άλλα περίεργα ζωντανά που για κάποιο λόγο τα λέγαμε γαρίδες :P

Ήταν όμορφα, δεν σκεφτόσουν τίποτα. Ξυπνούσες το πρωί με την μυρωδιά από αυγόφετες της γιαγιάς και τους ήχους από την κουζίνα και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να βρεις το παιδικό σου παρεάκι και να σκαρφιστείτε κάτι καινούριο, παράτολμο. Στο διπλανό σπίτι έμενε και εκείνο το αγοράκι που μου άρεζε και το έπαιζα αγοροκόριτσο για να με κάνει παρέα. Και εκείνο μου έδενε τα κορδόνια, μιας και δεν τα κατάφερνα ποτέ μόνη μου.

Έχουν περάσει χρόνια, δεν έχω ιδέα πως είναι τώρα εκείνο το σπίτι, δεν έχω πάει σχεδόν δέκα χρόνια. Μαθαίνω ότι τη καρυδιά την έκοψε ο θείος μου επειδή οι ρίζες τις άρχισαν να χαλάνε τα θεμέλια του σπιτιού. Ο ξύλινος φράχτης αντικαταστάθηκε από μεταλλική περίφραξη και η γιαγιά είναι πλέον πολύ μεγάλη για να φροντίζει τον κήπο.

Και κάπως έτσι έρχεται ο χειμώνας. Ο αέρας μυρίζει αλλιώς και τα πρωινά δεν θέλω να σηκωθώ από το ζεστό κρεβάτι. Και πως να σηκωθώ, αφού το σπίτι είναι κρύο και έξω βρέχει. Καλοκαίρι... Εποχή χαράς και ξεγνοιασιάς. Υποτίθεται... Θέλω να ξεχάσω ότι υπήρξε φέτος. Γιατί αν το διαγράψω από τη μνήμη μου ίσως να αλλάξουν όλα. Να'σαι και πάλι μαζί μας. Δεν μπορώ και δεν θέλω να το πιστέψω ότι έφυγες. Και τώρα? Ποιος θα είναι ο γκρινιάρης στο MSN και θα μου λέει για τα αιώνια παράπονά του? Ποιος θα με μάθει ηλεκτρική? Ποιος θα είναι ο linux guru να μου λύνει ότι κολλήματα έχει το laptop μου. Ούτε τα coffeeshops του A'dam δεν προλάβαμε να γυρίσουμε... Και εκείνο το βιβλίο του Coelho κράτα το για να με θυμάσαι...

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ πέρσι τον Αύγουστο? Τότε που έβρεχε αστέρια? Υποτίθεται... Είχαμε καθίσει στην παραλία, εκεί, δίπλα στα καραβάκια και πίναμε μπύρες. Ακουγόταν κάποιο τραγούδι των Guns'n'Roses και είμασταν σε μια nirvana από τα ποτά που είχαμε πιει, από τη μουσική, από τα αστέρια που δεν είδαμε να πέφτουν.

Σε πήρα τηλέφωνο την παραμονή πρωτοχρονιάς για να έρθεις στο πάρτι μας. Θα ήταν όλοι οι καλοί! Θα περνούσαμε τέλεια. Είχες διάβασμα έλεγες, έπρεπε να τα περάσεις τα μαθήματα για να έρθεις να μου κάνεις παρέα στο A'dam... Και δεν σε πίεσα... Αν ήξερα ότι έχανα την τελευταία ευκαιρία να σε δω θα πήγαινα να σε πάρω προσωπικά... Αλλά...

Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας... Αλλά αρνούμαι να το πιστέψω...

Καλοκαίρι... Εποχή χαράς και ξεγνοιασιάς. Υποτίθεται... Κάποτε ο καιρός κυλούσε αργά. Βασανιστικά αργά. Παρακαλούσα να περάσει το συντομότερο, για να μεγαλώσω. Και κάπου εκεί, στην πορεία, έχασα την μπάλα. Ούτε κατάλαβα πότε πέρασα την γραμμή. Την πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι μεγαλώνω ένα βράδυ όταν βγήκαμε για διασκέδαση και ύστερα από 3 ώρες χορού έκατσα να ξεκουραστώ. Κάτι φαινόταν να μην είναι σωστό. Εγώ να κάτσω? Αφού εγώ χορεύω μέχρι το πρωί! Κάτι δεν πάει καλά. Που είναι οι αντοχές μου? Χμμμμ... Κάτι δεν πάει καλά!

Κάνω απελπισμένες προσπάθειες να γελάσω το χρόνο, να τον σταματήσω... Όμως εκείνος πάντα μου την φέρνει πισώπλατα. Ας μπορούσα να τον γυρίσω και να τον παγώσω στο Πέρσι...Στο πριν κλείσω τέταρτο του αιώνα... Σε εκείνη τη βραδυά με φίλους στην παραλία... Και να βρέχει αστέρια...Υποτίθεται...