Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009


Χριστούγεννα '05 ή '06 πρέπει να ήταν. Καθόμασταν με τον ξάδερφό μου τον E. στον καναπέ του σαλονιού μου με ένα μπουκάλι κρασί και ανοίγαμε τις ψυχές μας. Καιρό είχαμε να βρεθούμε και όπως πάντα είχαμε κάμποσα να πούμε. Το μπουκάλι άδειαζε σιγά σιγά. Είχαμε βολευτεί, εκείνος είχε απλώσει τα πόδια του στο τραπεζάκι του σαλονιού και εγώ ακουμπούσα το κεφάλι μου στην κοιλιά του και κοιτουσα το ταβάνι. Έξω χιόνιζε. Περίεργο, θυμάμαι αυτές τις λεπτομέρειες αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τι ακριβώς λέγαμε, μόνο ότι λέγαμε όπως πάντα για τους ερωτικούς μας προβληματισμούς. Ωραία ήταν. Αλλά κάτι με έτρωγε και εκείνος προσπαθούσε να μου ανεβάσει την ψυχολογία. Την επόμενη μέρα λίγο πριν φύγει και πάλι για Αθήνα μου έδωσε ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Κάθε φορά που το διαβάζω εντυπωσιάζομαι πόσο επίκαιρο είναι ενώ γράφτηκε τόοοοοσο παλιά. Το ξετρύπωσα στα συρτάρια μου στο τελευταίο μου ταξίδι σπίτι. Ιδού λοιπόν:

"Ό έρωτας ούτε γεννιέται και ολοκληρώνεται μονομιάς, όπως ο θυμός, ούτε περνάει και φεύγει γρήγορα, παρόλο που λένε πως έχει φτερά. Αντίθετα, φουντώνει σιγά σιγά, σχεδόν σαν να λιώνει μέσα μας. Και από τη στιγμή που αγγίζει την ψυχή, μένει εκεί για πολύ καιρό και σε μερικούς ανθρώπους δεν ησυχάζει ούτε και όταν γεράσουν, αλλά παραμένει ακμαίος, φρέσκος και θαρραλέος, ακόμα και όταν ασπρίσουν τα μαλλιά τους. Αν πάλι σβήσει και διαλυθεί, επειδή μαράθηκε από τον χρόνο και ύστερα από λογικές σκέψεις, δεν εγκαταλείπει ούτε τότε ολότελα την ψυχή, αλλά αφήνει μέσα της καμένο υλικό και θερμά αποτυπώματα, όπως ακριβώς οι κεραυνοί αφήνουν πίσω τους φωτιά που σιγοκαίει. Η λύπη όταν πάψουμε να είμαστε λυπημένοι, δεν αφήνει κανένα σημάδι στην ψυχή, ούτε η άγρια οργή μας, όταν υποχωρήσει η έξαψη της επιθυμίας, όσο βίαια και αν μας συγκλονίζει, επίσης καταλαγιάζει. Αντίθετα, οι λαβωματιές του έρωτα, ακόμη και αν απομακρυνθεί το θηρίο, δεν χάνουν το κεντρί τους, αλλά προκαλούν πρήξιμο στα κομμάτια της ψυχής. Και κανείς δεν ξέρει τι ήταν, πως ξεκίνησε και από που εφόρμησε εναντίον της ψυχής."
Πλούταρχος

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009


Νύχτα... Βγαίνουν στην παραλία και απομακρύνονται από την φασαρία του beach bar. Περπατάνε ώσπου οι ήχοι της μουσικής ίσα που φτάνουν στα αυτιά τους. Μαζεύουν ξύλα και ανάβουν φωτιά. Σκύβουν και οι δύο και φυσάνε εναλλάξ για να δυναμώσει η φλόγα. Κάθονται στην αμμουδιά και κοιτάνε τη φωτιά σιωπηλά. Ακούνε το κύμα να σκάει λίγο πιο κάτω. Εκείνη πετάει βότσαλα στην θάλασσα και χαμογελάει κρυφά ακούγοντάς τα να πέφτουν στο νερό. Νιώθει λίγο άβολα με την παρουσία εκείνου του άγνωστου άντρα στο πλευρό της. Εκείνος αντιλαμβάνεται την σημασία της σιωπής της και προσπαθεί να την κάνει να νιώσει πιο άνετα. Της διηγείται ιστορίες φανταστικές. Αυτή που της αρέσει περισσότερο μιλάει για μια γυναίκα που είχε πεθάνει και ο αγαπημένος της κατέβηκε στον κάτω κόσμο για να την κλέψει από τον Χάρο. Της δείχνει τους αστερισμούς του μυθικού ζευγαριού. Η νύχτα μοιάζει σαγηνευτική και εκείνη αφήνει την φωνή του άντρα να την παρασύρει. Ξαπλώνουν και κοιτάνε τα αστέρια. Ο μαύρος ουρανός τους σκεπάζει και η σελήνη τους παρακολουθεί από ψηλά. Εκείνος της δείχνει το milky way, κάτι που νόμιζε πως ήταν δημιούργημα φαντασίας των αθεράπευτα ρομαντικών υπάρξεων. Τελικά όμως υπάρχει! Σαν ένα ασημογκρίζο πέπλο ριγμένο στο σκοτεινό ουρανό στολισμένο με μικρές πλατινένιες στάλες των αστεριών. Εκείνη χαμογελάει. Δεν ξέρει τίποτα για τα αστέρια και την αιχμαλωτίζουν τα λόγια του. Εκείνος μιλάει αργά και όμορφα, με μικρές παύσεις ανάμεσα στις προτάσεις. Λέει πως τα αστέρια ενώ φαίνεται να είναι κοντά τελικά δεν επηρεάζουν καθόλου το ένα το άλλο. Ακούγεται λυπημένος. Εκείνη θέλει να του πει ότι θα ήθελε να την επηρέαζε, να μην ήταν σαν τα αστέρια. Όμως σωπαίνει. Ακούει τα λόγια του με προσοχή και ταξιδεύει...

Η φλόγα σβήνει και εκείνος ρίχνει και άλλα ξύλα. Η κοπέλα ακουμπάει το κεφάλι της στα γόνατά του και σχεδόν γουργουρίζει σαν μικρή γατούλα όταν εκείνος ανακατεύει τα μαλλιά της. Σύντομα αποκοιμιέται στην αγκαλιά του ενώ εκείνος συνεχίζει να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Συνεχίζει να χαμογελάει ακόμα και στον ύπνο της. Αισθάνεται μια απερίγραπτη γαλήνη, σαν να επιστρέφει η χαμένη αθωότητά της...Τίποτα δεν φαίνεται να την ενοχλεί.

Ξυπνάει όταν ο ουρανός έχει αρχίσει να ανοίγει. Μια ελαφριά ομίχλη έχει απλωθεί παντού. Κάπου στον ορίζοντα μπορείς να μαντέψεις το πρώτο φως της αυγής. Η φωτιά έχει σχεδόν σβήσει και εκείνη αρχίζει να κρυώνει. Ο άντρας έχει αποκοιμηθεί και εκείνος δίπλα της. Συνειδητοποιεί ότι όλη την ώρα κοιμόταν με το κεφάλι της πάνω στο μπράτσο του. Θα πρέπει να έχει μουδιάσει. Προσπαθεί να τον ξυπνήσει σιγά όμως εκείνος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το παραμικρό. Αγγίζει με τις άκρες τον δαχτύλων της το μάγουλό του. Εκείνος χαμογελάει μέσα από τον ύπνο του. Τον σπρώχνει απαλά στον ώμο και του ψιθυρίζει σιγανά στο αυτί να ξυπνήσει. Εκείνος ανοίγει τα μάτια του απότομα, φαίνεται να μην καταλαβαίνει που βρίσκεται. Του δίνει χρόνο να ξυπνήσει εντελώς και ύστερα αρχίζουν να ανηφορίζουν το λοφάκι πίσω από την παραλία. Λίγο πριν χωρίσουν εκείνος την τραβάει στην αγκαλιά του και της δίνει ένα γλυκό φιλί στο λαιμό. Τα χείλη του ίσα που αγγίζουν το δέρμα της. Στις πρώτες πρωινές ακτίνες στέκονται αγκαλιασμένοι. Της ψιθυρίζει ένα "Ευχαριστώ" ακουμπώντας τα χείλη του στον κρόταφό της. Εκείνη του απαντάει από μέσα της "Σε ευχαριστώ και εγώ για την υπέροχη νύχτα που μου χάρισες"... Ύστερα χάνεται στην ομίχλη...

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

Το μαγικό νησί


Χρόνια τώρα σχεδίαζα αυτή την εκδρομή. Άκουγα από την μικρή τι ωραίο που είναι το μέρος, έβλεπα φωτογραφίες και ζήλευα στα κρυφά. Έτσι όταν φέτος είδα την ανακοίνωση για το International Capoeira Camp στο νησί δεν χρειάστηκε να το ξανασκεφτώ. Θα ήταν ο τέλειος συνδυασμός! Πήρα τηλέφωνο τη Lua και τα κανονίσαμε όλα σε 2 μέρες. Αποφάσισα πως θα έπαιρνα μόνο τα πιο βασικά, ούτε ζεστά ρούχα δεν πήρα καλά - καλά.


Το βράδυ της Πέμπτης πήραμε το τραίνο για Αλεξανδρούπολη και στις 7 το πρωί ήμασταν ήδη εκεί. Ύστερα από μερικές ώρες αναμονής πήραμε το καραβάκι για τη Σαμοθράκη, το νησί που αποδείχθηκε από τα πιο μαγικά σε όλο το Αιγαίο!

Μετά από περίπου μιάμιση ώρα το αντικρίσαμε στον ορίζοντα. Όσο αυτό μεγάλωνε με έπιανε η αμφιβολία αν μπήκαμε στο σωστό καράβι. Θα δανειστώ τα λόγια του Κ.: "Φάγαμε ένα κρούσμα αρχικά, αφού στην κουβέντα εν πλω από τους παλαιότερους ακούσαμε ότι το νησί είναι μεστο δάσος και καταπράσινο. Όταν αντικρίσαμε μια έρημη βραχονησίδα κάτι δεν μας κολλούσε".


Κατεβήκαμε στο λιμάνι όπου ήδη μας περίμεναν capoeiristas που είχαν φτάσει την προηγούμενη μέρα. Παίξαμε μια δίωρη roda και ύστερα επιβιβαστήκαμε σε κάτι αγροτικά για να ανεβούμε προς το camping. Στο δρόμο επιτέλους είδαμε το πράσινο που ακούγαμε από όλους. Τελικά ανακαλύψαμε ότι το νησί είναι μαγικό. Παρουσιάζεται ως ξερονήσι για να απωθεί τους τουρίστες και υποδέχεται μόνο όσους είναι πραγματικά αποφασισμένοι να το επισκεφθούν. Για αυτά τα λίγα άτομα έχει φυλάξει τα πιο φανταστικά τοπία, παλαιά πλατάνια που 10 άτομα δεν φτάνουν για να τα αγκαλιάσουν, κρυστάλλινα νερά στους καταρράκτες, σκοτεινές και παγωμένες βάθρες, βαθιές σπηλιές, δροσερά ποταμάκια και φως... Απίστευτο φως, που διαπερνάει τα κλαδιά δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γλυκιά, δροσερή και ζαλιστική, ιδανική για ξεκούραση!



Περάσαμε 4 μέρες γεμάτες ήλιο και θάλασσα, ποτό και φωτιά, ξενύχτι και μουσική, capoeira και μπάνια. Κάθε φορά που ένιωθες να σκας από τη ζέστη έφτανε μόνο να διασχίσεις την παραλία γεμάτη βότσαλα μεταξύ του camping και της θάλασσας και να βουτήξεις. Ήταν πραγματικά υπέροχο!

Το νησί αποδείχθηκε μαγικό και για άλλον λόγο. Στο λιμάνι μας περίμενε μεγάλη έκπληξη. Μόλις κατεβήκαμε είδα δυο μπλε μάτια να με κοιτάνε χωρίς να με αναγνωρίζουν πίσω από τα γυαλιά ηλίου μου. "Δεν είναι δυνατόν! Η Zangada είναι!!!" και έτρεξα να αγκαλιάσω τη φίλη μου που είχα να τη δω από πέρσι τον Αύγουστο! Στεκόμασταν και οι τρεις αγκαλιασμένες, Zangada, Lua και Mulher Maravilha, το τρελό παρεάκι της προπέρσινης προπόνησης και με το ζόρι συγκρατούσαμε τα δάκρυα!

Tις μέρες που ακολούθησαν γνωρίσαμε πολλά παιδιά, όλοι διαφορετικοί, ο καθένας με την προσωπικότητά του. Ανάβαμε φωτιές και πίναμε κρασί μέχρι το πρωί. Οι μέρες ήταν γεμάτες κέφι, τραγούδι και προπονήσεις ενώ τις νύχτες ακούγαμε reggae μέχρι τα χαράματα κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου έκανα ελεύθερο camping. Περίμενα αρκετά πιο δύσκολη την εμπειρία, παρόλο που πάω οργανωμένο camping κάθε χρόνο. Παραδόξως το απόλαυσα! Ποτέ δεν με ενόχλησε λιγότερο το παγωμένο νερό και η παντελή απουσία ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ αρκετά γρήγορα συνήθισα την αλμύρα στο δέρμα και τα μαλλιά μου. Το μόνο πραγματικά ενοχλητικό που συναντήσαμε ήταν τα κουνούπια, τα οποία τολμώ να πω ήταν πιο αιμοβόρα από οπουδήποτε. Μας επιτίθενταν με τη δύση του ηλίου, λες και ήταν φανταστικά τέρατα, και δεν μας άφηναν σε ησυχία μέχρι το επόμενο πρωί!


Στην αρχή του μονοπατιού για τον "Φονιά" ανακαλύψαμε μια φοβερή ταβέρνα, τοποθετημένη κάτω από τα πλατάνια. Ένιωθες να βρίσκεσαι σε παραμυθένιο δάσος. Μικρά και μεγάλα ξύλινα τραπεζάκια εδώ και εκεί, χειροποίητα φωτιστικά πάνω από τα κεφάλια μας και απίστευτα άνετες αιώρες κρεμασμένες ανάμεσα στα δέντρα. Έτρωγες την φημισμένη ομελέτα (!!!) και ύστερα άραζες στην αιώρα για χαλάρωμα. Το μόνο που έλειπε ήταν ένας εξωτικός άντρας να σου κάνει αέρα με ένα φοινικόφυλλο! :P


  
Όταν ήρθε η Δευτέρα στεναχωριόμουν πολύ που έπρεπε να φύγουμε. Μόλις που είχα προλάβει να πιω από το μαγικό φίλτρο που μας ετοίμασε το νησί, όμως αυτές οι λίγες σταγόνες ήταν αρκετές για να με κάνουν να το ερωτευτώ για πάντα!



Κάναμε autostop στο δρόμο για το λιμάνι και εγώ παρακαλούσα να μη μας πάρει κανείς και να χάσουμε το καράβι προκειμένου να μείνουμε μια μέρα παραπάνω. Και οι ευχές μου σχεδόν εισακούστηκαν! Φτάσαμε στο λιμάνι 5 λεπτά πριν την αναχώρηση και δεν είχαμε εισιτήρια!Στο πρακτορείο μας είπαν ότι το καράβι είναι γεμάτο και δεν μας άφηναν να μπούμε. Xαιρόμουν και νευρίαζα ταυτόχρονα. Αφενός είχαμε φτάσει εγκαίρως οπότε θα ήταν κρίμα να μη μπαίναμε μέσα, αφετέρου ήθελα τόσο να μείνουμε λίγο ακόμα! Τελικά το σπίρτο ο Κ. έβγαλε εισιτήρια για μετά από 3 μέρες και πήγαμε να επιβιβαστούμε με την ελπίδα ότι κανείς δεν θα πρόσεχε την ημερομηνία, όπως και έγινε.

Ανέβηκα στο κατάστρωμα και κοιτούσα το νησί να απομακρύνεται. Τι περίεργο, πλέον δεν έμοιαζε με ξερονήσι, ήταν καταπράσινο. Σχεδόν μπορούσα να ακούσω τους θορύβους από τους 250 (!) καταρράκτες! Περίμενα να χαθεί εντελώς στον ορίζοντα και απομακρύνθηκα από την κουπαστή. Κάθισα σε μια γωνιά του καταστρώματος και έκλεισα τα μάτια. Από αυτή την στιγμή άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για το επόμενο ταξίδι, το ταξίδι της επιστροφής στο μαγικό νησί.


Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Οι θησαυροί μου


Πόσους θησαυρούς χωράει ένα κουτί από παπούτσια? Εντελώς τυχαία ανακάλυψα ότι χωράει αμέτρητους! Κάτι έψαχνα στα κάτω ράφια της βιβλιοθήκης μου και ξαφνικά είδα ένα κουτί, πολύ άχαρο. Στο καπάκι έγραφε με άτσαλα κεφαλαία γράμματα "ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ". Παίζει να μην είχε ανοιχτεί από την μετακόμισή μας πριν από 4-5 χρόνια. Σήκωσα το καπάκι αργά. Τα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν προσπαθούσα να μαντέψω κατά κάποιον τρόπο τι θα βρω μέσα, σαν να έπαιζα παιχνίδι με τον εαυτό μου. Όμως ότι και να είχα στο μυαλό μου, σίγουρα αυτά που βρήκα μέσα ήταν απείρως περισσότερα. Το κουτί περιείχε περίπου 6 χρόνια της ζωής μου! Όλη την εφηβεία μου ουσιαστικά! Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν τα δύο παλιά μου ημερολόγια. Οι κλειδαριές ακόμα δούλευαν όμως τα κλειδιά λείπανε. Θυμήθηκα το παλιό κόλπο που χρησιμοποιούσα για να ανοίγω το ημερολόγιο της μικρής αδερφής μου. Αναζήτησα ένα τσιμπιδάκι για τα μαλλιά και ύστερα από λίγο σκάλισμα κατάφερα να ανοίξω και τις δύο! Θρίαμβος! Άρχισα να διαβάζω το πρώτο και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Δεν το θυμόμουν ότι ήμουν τόσο θλιμμένο παιδί, μάλλον κανένας δεν με θυμόταν έτσι. Αλλά ακόμα και στην θλίψη μου πάντα ήμουν αισιόδοξη. Συνέχισα να διαβάζω και εικόνες περνούσαν μπροστά στα μάτια μου. Σχολικές τάξεις, εκδρομές, βόλτες, και οι τρεις μεγάλοι έρωτες του λυκείου. Τι έγινε, πως και πότε. Ονόματα, διάλογοι, σκέψεις... Όλα εκεί... Γραμμένα με προσοχή και λεπτομέρειες.

Πιο κάτω κάτι καρώ τετράδια από το γυμνάσιο ακόμα. Ανοίγω και μένω άφωνη. Είχα ξεχάσει ότι στα μαθήματα αντί να παρακολουθώ έγραφα ιστορίες και ποιήματα! Ιστορίες όμορφες, με μάγια και έρωτες. Ήμουν ονειροπόλα πολύ τελικά! Και να φανταστείς πάντα πίστευα πως πατάω γερά στη γη!

Βρήκα και μια κονκάρδα που είχα σουφρώσει από την παρέλαση που κάναμε δεν θυμάμαι σε ποια τάξη ακριβώς. 1ο Ε. Λ. Πολίχνης λέει επάνω.

Πιο κάτω 2 φωτογραφίες του Χρήστου. Μεγάααααλος έρως! Δυο χρόνια με ταλαιπώρησε χωρίς αποτέλεσμα! Τι ανώνυμα ραβασάκια, τι καρτούλες και αφιερώσεις αλλά τίποτα! Ανένδοτος! Δεν πειράζει, ακόμα και έτσι ήταν πολύ όμορφο. Ίσως η όλη ομορφιά να ήταν στην προσπάθεια κατάκτησης. Άλλωστε έχει σημασία το ταξίδι και όχι ο προορισμός.

Ακόμα πιο κάτω ένας λιλά φάκελος που μέσα περιέχει όλα τα γράμματα και τις καρτουλες από το Αστεράκι μου. Τα πάντα κρατημένα, ακόμα και τα πιο ασήμαντα σημειώματα. Όλα εκεί μέσα μαζί με κάτι εισιτήρια ΚΤΕΛ προς Καλλιθέα από διακοπές που είχαμε πάει το 2003 και ένα φυλλάδιο με τα δρομολόγια.

Σκόρπια βραχιολάκια από κλωστές. Δείγμα από την κολόνια που φορούσε το παιδί που ήταν η πρώτη μου σχέση. Μερικές πέτρες και κοχύλια που ούτε θυμάμαι που τα μάζεψα. Εισιτήρια από κινηματογράφο και από διάφορες εκδρομές που είχα πάει, τις μισές κρυφά από τους γονείς μου. Τετράδια ολόκληρα όπου έγραφα τα μηνύματα που μου έστελνε ο δεύτερος μου έρωτας. Αυτοκόλλητα και ψεύτικα tattoo.Χαρτιά με διάφορα κείμενα που είχα προσπαθήσει να γράψω κατά καιρούς, άλλα τελειωμένα και άλλα όχι. Ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι με άμμο που είχα σκοπό να το κάνω κρεμαστό αλλά πάντα ανέβαλα...Πρώτη σπασμένη χορδή από την κιθάρα μου.

Σχεδόν στον πάτο βρήκα και μια σελίδα με ένα κείμενο γραμμένο με μολύβι. Θυμάμαι ότι το είχα γράψει στο καράβι για Μυτιλήνη, όσο περίμενα να φτάσω στο λιμάνι. Θυμάμαι ακόμα ότι ξαφνικά ένιωσα την ανάγκη να γράψω αλλά δεν είχα χαρτί. Έψαξα στην θήκη της κιθάρας μου και τράβηξα από το ντοσιέ με τις συγχορδίες μια σελίδα στην οποία αποτυπώθηκε μόνο ο τίτλος του τραγουδιού χωρίς να φαίνονται οι στίχοι. Kithara.vu - Ο μαύρος γάτος. Σελ 3 από 3. 19.07.04
Διάβασα το κείμενο δυο φορές... Σαν ένα μικρό ημερολογιάκι :) Από τότε φαινόταν ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα αποσιωπητικά...

"3 ώρες... Λίγες σε σύγκριση με ένα μήνα αναμονής, τώρα όμως φαίνονται αιώνας...
Κατάστρωμα...Κόσμος όρθιος, καθισμένος, ξαπλωμένος...Οικογένειες, παρέες, μεμονωμένα άτομα...Τόσο διαφορετικοί μα όλοι περιμένουν να τελειώσει το ταξίδι...

Προορισμός μου ένα νησί σαν όλα τ'άλλα μέχρι πρόσφατα... Άγνωστο... Τώρα πια τα πράγματα έχουν αλλάξει...Είναι σαν να μου ανοίγεται ένας νέος κόσμος...Κόσμος μαγικός, γεμάτος εκπλήξεις, που με καλεί να τον εξερευνήσω...Τα γαλανά νερά του, τις κρυφές παραλίες με χρυσές αμμουδιές και το δροσερό αεράκι στην κορυφή του βουνού...

Καθώς το πλοίο διασχίζει την απέραντη θάλασσα κοιτάω τα νερά... Άραγε ποια μυστικά κρύβει ο βυθός? Άθελα το μυαλό μου πάει σε μύθους για βυθισμένα καράβια, θησαυρούς, πειρατές και τα θαλάσσια τέρατα...Το αεράκι δροσίζει το πρόσωπό μου κάνοντάς με να νιώθω μια απίστευτη ελευθερία!

Προσπαθώ να δω τη στεριά στον ορίζοντα αλλά το μόνο που βλέπω είναι το απέραντο γαλάζιο όπου και να κοιτάξεις και κάπου - κάπου κάνα πλοίο να περνάει.

Είναι υπέροχο να ξέρεις πως κάποιος σε περιμένει κάπου εκεί, πίσω από την θάλασσα, χιλιόμετρα μακρυά. Αυτό το συναίσθημα με γεμίζει χαρά και θέληση να πετάξω πάνω από την θάλασσα, να γίνω η ανάσα της, να φτάσω στο παράθυρό του και να ψιθυρίσω "Σ'αγαπώ" στον άγγελο που κοιμάται κάτω από τα λευκά σεντόνια. Θέλω να μετατραπώ σε ηλιαχτίδα, να αγγίξω και να ζεστάνω το μάγουλό του... Και όταν ξυπνήσει το τραγούδι του ανέμου να του μεταδώσει λόγια αγάπης και να του πει ένα παραμύθι...

Αργά ή γρήγορα το ταξίδι θα φτάσει στο τέλος του και εγώ στον προορισμό μου... Μελαγχολώ αλλά η σκέψη των ημερών που έρχονται φέρνει αμέσως το χαμόγελο στα χείλη μου..."

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Yunona and Avos

Κάτι με έπιασε σήμερα, μια νοσταλγική διάθεση. Κάτι τέτοια βράδια μου αρέσει ιδιαίτερα να βλέπω ταινίες από παλιό σοβιετικό κινηματογράφο. Ήταν μια περίοδος στην ιστορία του, κάπου ανάμεσα στα τέλη του '60 μέχρι μέσα του '80 που ήταν πραγματική χρυσή. Γυρίζανε ταινίες όλων των στυλ, με καταπληκτικά σενάρια και εξαιρετικούς ηθοποιούς. Ζούσες μαζί τους την ιστορία, γελούσες, ανησυχούσες και έκλαιγες.

Έτσι, καθώς έψαχνα τι ταινία θα ταίριαζε στην νωχελική μου διάθεση, θυμήθηκα μια ροκ-όπερα (ή μάλλον σύγχρονη όπερα την είχαν ονομάσει, γιατί το 83' όταν ανέβηκε πρώτα στο θέατρο η ροκ-μουσική ήταν απαγορευμένη στην Σοβιετική Ένωση), που συχνά-πυκνά ανέφερε ο μπαμπάς μου. Έλεγε ότι έπρεπε να το δω οπωσδήποτε και πάντα το ανέβαλλα, όπως συμβαίνει συχνά. Ο τίτλος της ήταν Yunona and Avos, ονομασία που συνειρμικά μου έφερνε στο μυαλό ένα ερωτευμένο ζευγάρι, την Yunona και τον Avos, σαν να λέμε Ρωμαίος και Ιουλιέτα ή Τριστάνος και Ιζόλδη.

Έπεσα όμως λίγο έξω. Yunona και Avos ήταν ονόματα δύο ρωσικών πλοίων. Το σενάριο βασίζεται σε πραγματική ιστορία η οποία ξεκινάει το 1806. Ο 42χρονος κόμης Riazanov, που στο παρελθόν έχει χάσει τη γυναίκα του, συνειδητοποιεί πως πλέον του έχει μείνει μόνο ή πατρίδα του και μετά από χρόνια καταφέρνει να πείσει τον αυτοκράτορα να του επιτρέψει να υπηρετήσει τη χώρα του ξεκινώντας ένα ταξίδι για το γύρω του κόσμου. Αφού παίρνει την άδεια, φεύγει με τα δυο πλοία προς της ακτές της Αμερικής. Κάποια στιγμή φτάνει στην Καλιφόρνια, η οποία τότε ήταν στην ισπανική κατοχή. Εκεί γνωρίζει την κόρη του κυβερνήτη, Conchita και των μέλλοντα σύζυγό της Federico. Στην γιορτή για τα δεκαταέκτα γενέθλια της Conchita οι δυο τους ερωτεύονται και την επόμενη νύχτα ο κόμης έρχεται στην κρεβατοκάμαρα της κοπέλας όπου εκείνη προσεύχεται και ακολουθεί νύχτα πάθους. Όμως ο κόμης πρέπει να αναχωρήσει από την Καλιφόρνια και οπωσδήποτε να συνεχίσει το ταξίδι του εντός ολίγων ημερών. Ο ιερέας στον οποίο εξομολογήθηκε η Conchita "την αμαρτία" της, το μετέφερε στον Federico ο οποίος κάλεσε τον Riazanov σε μονομαχία. Ο Federico τραυματίζεται θανάσιμα και πριν πεθάνει ζητάει από τον Riazanov να παντρευτεί την Conchita για να την σώσει από τον δημόσιο εξευτελισμό. Πριν αναχωρήσει ο Riazanov και η Conchita αρραβωνιάζονται και εκείνος βιάζεται να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του για να πάρει άδεια από την ορθόδοξη εκκλησία να παντρευτεί καθολική. Όμως στο ταξίδι του αρρωσταίνει βαριά και πεθαίνει. Η Conchita μαθαίνει μόνο κάποιες αόριστες πληροφορίες και αρνείται να το πιστέψει αποφασίζοντας να τον περιμένει. Τελικά, περιμένει 35 ολόκληρα χρόνια ώσπου κάποιος Άγγλος ταξιδιώτης επιβεβαιώνει το τι έχει συμβεί. Τότε εκείνη που πλέον έχει φτάσει τα 52 παίρνει την απόφαση να μπει σε μοναστήρι.

Σε όλη την ταινία υπήρξαν δυο σκηνές που με εντυπωσίασαν. Η μια είναι όταν οι δυο τους κάνουν έρωτα. Η ταινία είναι γυρισμένη από θεατρική παράσταση και η συγκεκριμένη σκηνή είναι λίγο ατμοσφαιρική. Και επειδή είναι κάπως δύσκολο να το περιγράψω θα ανεβάσω το βιντεάκι ( δε μπόρεσα να κόψω μονό το κομμάτι που ήθελα οπότε μόνο τα πρώτα 4 λεπτά είναι σχετικά). Μου άρεσε πως ο σκηνοθέτης κατάφερε να αναδείξει την ερωτική πράξη χωρίς να την δείξει στην ουσία. Δεδομένου ότι το έργο ανέβηκε πριν από 25 χρόνια σε μια χώρα όπου η λογοκρισία κυριαρχούσε σε όλους τους τομείς νομίζω ήταν μια πολύ ωραία προσέγγιση.
Η δεύτερη είναι ακριβώς μετά τον αρραβώνα τους, λίγο πριν φύγει ο Riazanov, όταν αποχαιρετά την κοπέλα, ουσιαστικά για πάντα. Ακολουθεί η επόμενη σκηνή μαζί με το καταπληκτικό τραγούδι τους. Βάζω πιο κάτω την μετάφραση.


Riazanov: Θα με ξυπνήσεις τα χαράματα,
θα βγεις ξυπόλυτη να με ξεπροβοδίσεις
Ποτέ δεν θα με ξεχάσεις
Ποτέ δεν θα με ξαναδείς

Conchita: (Spanish)
Riazanov: Εκείνη...κλαίει?
Μεταφραστής: Όχι, το αντίθετο. Λέει: "Το ξέρω. Όσο πιο σύντομα φύγεις, τόσο πιο γρήγορα θα είσαι πίσω για να ενωθούμε αιώνια. Πόσο δεν θέλω να φύγεις! Πόσο πολύ θέλω να φύγεις σύντομα! Πάρε με, αγαπημένε μου, μαζί σου. Θα είμαι τα πανιά στο ταξίδι σου και με την καρδιά μου θα προβλέπω την καταιγίδα. Νομίζω πως σε χάνω..."

Riazanov: Μέσα στον πυρετό της αρρώστιας
Δεν θα σκέφτομαι πλέον το ταξίδι και το χρήμα
Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ
Και πλέον δεν θα σε ξαναδώ

Conchita: Yo te quero, te amo!
Μεταφραστής: Λέει ότι...
Riazanov: Δεν χρειάζεται! Το κατάλαβα!!!

Conchita: Καλύπτοντάς σε από την αρρώστια
Θα σκεφτώ "Θεέ μου, παντοδύναμε!"
Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω
Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ

Μαζί: Και θα τρεμουλιάσουν κάπου στο ανόητο ύψος
Δυο φράσεις που ήρθαν από το πουθενά
Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ
Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω

Riazanov: Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ
Conchita: Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω

Riazanov: Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ
Conchita: Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω

Riazanov: Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω
Conchita: Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ

Riazanov: Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ
Conchita: Ποτέ δεν θα σε ξεχάσω
Riazanov: Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ

Το αποκορύφωμα είναι το τελευταιο κομμάτι, από εκεί όπου ο Riazanov βγάζει από το κεφάλι της κοπελας την καθολική δαντελένια εσάρπα και της δένει ένα απλό μαντίλη με των τρόπο που το δένανε οι απλές κοπέλες στην Ρωσία εκείνη την εποχή. Είναι απλός απίστευτη η ερμηνεία, βλέπεις στο πρόσωπό του πόσο πολύ υποφέρει...Σε αγκίζει μέχρι το βάθος της ψυχής! Όσες φορές είδα το βεντεάκι τόσες έκλαψα...

Από ότι διάβασα κάπου το 2000 οι δυο ερωτευμένοι τελικά ενώθηκαν σε μια συμβολική πράξη. Ο σερίφης της μικρής καλιφορνέζικης πόλης στην οποία βρίσκεται ο τάφος της Conchita έφερε στο Κρασνογιάρσκ όπου είναι θαμμένος ο Riazanov μια χούφτα χώμα από τον τάφο της και ένα τριαντάφυλλο για να τα ακουμπήσει στον λευκό σταυτό στον οποίο από την μια μεριά έχει χαραχθεί "Δεν θα σε ξαναδώ ποτέ" και από την άλλη "Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ"

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Ain't no sunshine

Ξύπνησα το πρωί με αυτό το υπέροχο κομμάτι να γυρίζει συνέχεια στο μυαλό...



Ain't no sunshine when she's gone
It's not warm when she's away
Ain't no sunshine when she's gone
And she's always gone too long anytime she goes away

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Chuva...


Ένα βαρετό απόγευμα. Ζέστη αποπνικτική. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο διάβασμα αλλά τελικά το παρατάω. Παίρνω τηλέφωνα φίλους, μπας και κανονίσουμε κανένα καφεδάκι στα γρήγορα αλλά όλοι διαβάζουν για την εξεταστική που πλησιάζει.

Και μιας και δεν βρήκα παρέα αποφάσισα να πάω για πρώτη φορά στη ζωή μου σινεμά μόνη μου. Ομολογώ πως πάντα το θεωρούσα πολύ θλιβερό. Αρκετές φορές έχει τύχει να σηκώνομαι στο τέλος της ταινίας, να κατευθύνομαι προς την έξοδο συζητώντας παράλληλα με κάποια φίλη και να βλέπω την ίδια στιγμή να βγαίνει από την αίθουσα μια κοπέλα εντελώς μόνη. Για κάποιον παράξενο λόγο πάντα τα λυπόμουν αυτά τα άτομα. Ίσως γιατί εγώ η ίδια φοβάμαι τη μοναξιά...Πολύ...

Τελικά η βραδιά αποδείχτηκε εντελώς αντίθετο από ότι την περίμενα. Και η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό για να την χαρακτηρίσω είναι σουρεάλ. Έφτασα στην Muntplein, κλείδωσα το ποδήλατό μου πάνω σε μια γέφυρα, προσέχοντας όπως πάντα να μη πέσουν τα κλειδιά μέσα στο κανάλι και κατευθύνθηκα να βρω τον κινηματογράφο, μιας και δεν είχα ξαναπάει στο συγκεκριμένο.

Μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να το βρω, όχι όμως επειδή βρισκόταν σε κάποιο άγνωστο δρόμο, κάθε άλλο. Όμως πέρασα τρεις φορές απ' έξω, χωρίς να καταλάβω ότι ήταν αυτό. Στην πραγματικότητα δεν ήταν απλώς ένα σινεμαδάκι σαν τα άλλα. Βρέθηκα να ανεβαίνω τα σκαλιά ενός κινηματοθεάτρου. Το κτήριο ήταν πολύ παλιό, αλλά όπως με κανένα κτήριο στο Άμστερνταμ έτσι και με αυτό δεν μπορώ να προσδιορίσω ούτε προσεγγιστικά την ηλικία του. Και αυτό γιατί δίπλα δίπλα μπορεί να στέκονται δυο κτήρια ολόιδιας αρχιτεκτονικής με διαφορά ηλικίας διακοσίων χρονών! Μπήκα λοιπόν μέσα και αναζήτησα το μηχάνημα πώλησης εισιτηρίων. Μάταια όμως, δεν υπήρχε! Αντί αυτού υπήρχε το κλασικό ταμείο με τζαμάκι, σαν αυτά που βλέπεις στο σινεμά σε κάποια παλιά γαλλική ταινία. Όμως ήταν κλειστό. Προχώρησα εσωτερικό, σε ένα μεγάλο χολ. Ήταν σαν να μεταφέρθηκα σε θέατρο του 18ου αιώνα. Χαμηλά φώτα, τείχη με επένδυση από σκούρο ξύλο, στη μέση μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα και παντού κόκκινο χαλί, αλλά όχι αυτό το ψεύτικο που έχει στο Village. Αυτό εδώ ήταν πιο πολύ σαν αντίκα. Σχεδόν μπορούσες να δεις να περπατάνε πάνω του κυρίες της υψηλής κοινωνίας με τα μακριά φορέματα συνοδευόμενες από τους κυρίους με μαύρα φράκα. Ρώτησα έναν κύριο που φορούσε μια παλιά στολή λες και βγήκε από παλιά ταινία και αυτός γιατί ήταν κλειστό ταμείο και που μπορούσα να βγάλω εισιτήριο. Μου είπε ότι διοργανώνονταν ένας γάμος στην μεγάλη αίθουσα με το κόκκινο χαλί(!) και για αυτό κλείσανε το ταμείο. Για να βγάλω εισιτήριο έπρεπε να βγω από την κεντρική είσοδο και να περπατήσω γύρω στα πενήντα μέτρα μέχρι την πίσω είσοδο του κτηρίου. Ακολούθησα τις οδηγίες και βρέθηκα σε ένα χολ αρκετά μικρότερο από το προηγούμενο μπροστά σε ένα ολόιδιο ταμείο. Το fancy πολύχρωμο χαρτάκι του εισιτηρίου δεν ταίριαζε καθόλου στο τριμμένο γκρι μάρμαρο όπου το ακούμπησε η κοπέλα με την παλιά στολή. "Zaal 3" έγραφε πάνω. Περίεργο. Δεν είδα πουθενά να λέει αριθμό αίθουσας. Η κοπέλα μάλλον αντιλήφθηκε την απορία μου και άρχισε να μου εξηγεί πως θα βρω την αίθουσα. Χρειάστηκε να περάσω από αμέτρητους διαδρόμους, να ανέβω και να κατέβω σκάλες και να περάσω από το μεγάλο χολ με τους ξύλινους τοίχους. Περίεργη διαδρομή, μπερδεμένη. Τελικά βρέθηκα στην σκοτεινή αίθουσα και βούλιαξα στην τεράστια πολυθρόνα. Η ταινία ήταν ασπρόμαυρη, σαν παλιά. Η αίθουσα μισογεμάτη. Στο τέλος έμεινα λίγη ώρα, μέχρι να αδειάσει, έπαιζε και ωραία μουσική και ήθελα να την ακούσω μέχρι το τέλος. Βγαίνοντας είπα να κόψω δρόμο και να περάσω από την αίθουσα με το κόκκινο χαλί. Ήταν γεμάτη καλοντυμένο κόσμο, το τζιν μου ήταν ιδιαίτερα αταίριαστο. Στην γωνία μια μπάντα έπαιζε ένα μελωδικό κομμάτι και στο κέντρο η νύφη και ο γαμπρός χορεύανε. Σκέφτηκα πόσο ασυνήθιστο είναι να παντρεύεται κανείς σε ένα κινηματοθέατρο.

Βγήκα έξω και με έκπληξη είδα ότι έβρεχε καταρρακτωδώς! Αυτό δεν το είχα υπολογίσει! Όταν έφευγα ούτε που σκέφτηκα να πάρω αδιάβροχο, αφού ο καιρός ήταν απλά τέλειος. Αρχικά είπα να περιμένω λίγο μπας και σταματούσε. Όμως αυτή την εποχή βρέχει σπάνια και για αρκετή ώρα, έτσι προτίμησα να γυρίσω σπίτι. Ξεκίνησα λοιπόν να τρέχω προς το ποδήλατό μου. Άκουσα δυο τύπους που στέκονταν κάτω από ένα υπόστεγο να χαζογελάνε πίσω από την πλάτη μου και τους αγνόησα. Μέχρι να φτάσω στο ποδήλατο τα πόδια μου είχαν ήδη βραχεί. Άναψα τα φωτάκια και ξεκίνησα να φύγω άρων άρων. Η καταιγίδα φαινόταν να χειροτερεύει. Αστραπές και βροντές από παντού και εγώ είχα μισή ώρα δρόμο μπροστά.


Εκείνη τι στιγμή σαν να άλλαξε ξαφνικά κάτι για μένα. Δεν είχε νόημα να προσπαθώ να αποφύγω την βροχή, αφού έτσι και αλλιώς θα γινόμουν μούσκεμα. Έκοψα απότομα ταχύτητα και σήκωσα το πρόσωπό μου προς τον ουρανό να υποδεχτώ την βροχή. Άφησα τις σταγόνες να κυλήσουν στα μάγουλα και το λαιμό μου. Ένιωθα το νερό να στάζει από τις βλεφαρίδες και τα μαλλιά μου και μια περίεργη γεύση από βροχή και χώμα στο στόμα μου. Χαμογέλασα. Αισθάνθηκα μια απέραντη ελευθερία, σαν να ήμουν πάλι μικρό κοριτσάκι που διασκέδαζε με τις μικρές σκανδαλιές του. Η βροχή ξέπλενε την κούραση και το άγχος τον τελευταίων ημερών. Ξεγύμνωνε την ψυχή μου ολόκληρη αφήνοντάς την ακάλυπτη, απροστάτευτη. Επέλεξα πιο μακρινή αλλά απείρως ομορφότερη διαδρομή μέσα από τα κανάλια. Δεν βιαζόμουν πλέον. Είχα όλο το χρόνο του κόσμου δικό μου.